Περί θεμελίων. Επιχειρήσεις

Περί θεμελίων. Επιχειρήσεις

Άρθρο στην εφημερίδα «Η Αυγή»

Η πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Δέκα μήνες μετά την έναρξη της πανδημίας, η Ν.Δ. έχει αποτύχει οικτρά στη διαχείριση των οικονομικών της επιπτώσεων. 

Οι επιλογές Μητσοτάκη έχουν καταστήσει την Ελλάδα πρωταθλήτρια στην ύφεση και στον αποπληθωρισμό σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Έχουν οδηγήσει εκατοντάδες χιλιάδες επιχειρήσεις σε ασφυξία και τουλάχιστον 200.000 από αυτές, σύμφωνα με φορείς της αγοράς, στο όριο της χρεοκοπίας.

Το σχέδιο Μητσοτάκη - Πισσαρίδη χαρακτηρίζει «ζόμπι» την πλειονότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, η οποία στηρίζει το 85% της απασχόλησης, και προκρίνει ως γιατρικό τον «θάνατό» τους. Τη βίαιη εκκαθάριση της αγοράς δηλαδή, προς όφελος των μεγάλων συμφερόντων, που θα απολαύσουν τα πακέτα της ετεροχρονισμένης κρατικής βοήθειας.  

Βρίσκεται δε σε απόλυτη εφαρμογή, καθώς:

  • Μόλις το 4% των επιχειρήσεων επωφελήθηκαν από τα δάνεια που έδωσαν οι τράπεζες με κρατικές εγγυήσεις,
  • Σε δύο από τους κρισιμότερους κλάδους της οικονομίας, αυτούς της εστίασης και του τουρισμού, αντίστοιχη στήριξη έλαβαν μόνο 16 από τις 41.600 επιχειρήσεις της εστίασης (ποσοστό 0,04%) και 1.250 από τα 8.040 ξενοδοχεία (ποσοστό 15%), με βάση στοιχεία του υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων. 
  • Το δε μέτρο της επιστρεπτέας προκαταβολής κρίνεται ανεπαρκές, τόσο σε σχεδιασμό όσο και σε ύψος, ώστε να ανακόψει την υφεσιακή λαίλαπα.
  • Αν και η Ν.Δ. διατείνεται πως έχει ρίξει συνολικά 24 δισ. ευρώ στην αγορά, κάτι τέτοιο διαψεύδεται από τα στοιχεία του ΓΛΚ, σύμφωνα με τα οποία το ποσό δεν ξεπερνά τα 6,7 δισ. ευρώ.

Η παραδοχή του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας ότι ένα πολύ μικρό μέρος της ρευστότητας που έχουν πάρει οι τράπεζες από την ΕΚΤ έχει διοχετευτεί στις μικρές επιχειρήσεις, είναι αποκαλυπτική.

Στο εγκληματικό «βλέποντας και κάνοντας» της Ν.Δ., στην καλοσχεδιασμένη από την κυβέρνηση Μητσοτάκη «ανοσία της αγέλης» στην οικονομία, ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία έχει αντιπαρατάξει -ήδη από τις αρχές Απριλίου- προτάσεις ενίσχυσης των επιχειρήσεων. Τα προγράμματα «Μένουμε Όρθιοι» 1 και 2, τα οποία είχαν στον πυρήνα τους τη μη επιστρεπτέα ενίσχυση των επιχειρήσεων, δυστυχώς, δεν εισακούστηκαν.

Η οικονομία συνεχίζει να στροβιλίζεται στη βαθιά ύφεση.

Τώρα πλέον είναι ακόμα δυσκολότερο να βελτιωθούν οι προσδοκίες των ανθρώπων της αγοράς. Αυτών δηλαδή που λαμβάνουν αποφάσεις για τις επιχειρήσεις τους και κρίνουν τι παραγγελίες θα κάνουν και σε τι ύψος, πόσο προσωπικό θα απασχολήσουν, αν θα κάνουν επενδύσεις ή όχι.

Σ’ αυτή την κρίσιμη συγκυρία χρειάζεται ισχυρή στήριξη των επιχειρήσεων σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, διότι το διαφαινόμενο κλείσιμο μεγάλης μερίδας εξ αυτών θα καταδικάσει την οικονομία σε μακροχρόνια στασιμότητα.

Η στήριξη πρέπει να έχει διάρκεια και να εξελιχθεί σε δύο κύματα.

Ένα πρώτο κύμα ώστε να διασφαλιστεί η βιωσιμότητά τους, να αποτραπούν χρεοκοπίες και λουκέτα. Να μην πνιγούν, δηλαδή, οι επιχειρήσεις στα χρέη που δημιούργησε τόσο η πανδημία όσο και το συνεπακόλουθο διοικητικό κλείσιμο της οικονομίας. Η ρύθμιση χρεών, μέσω κουρέματος μέρους αυτών ή/και περισσότερων δόσεων αποπληρωμής, αποτελεί μέρος της προτεινόμενης πολιτικής.

Χρειάζεται και ένα δεύτερο κύμα στήριξης, το οποίο θα στοχεύει σε δράσεις για τον πράσινο και ψηφιακό μετασχηματισμό των επιχειρήσεων. Μια στοχευμένη στήριξη ώστε να αντιμετωπίσουμε τις αδυναμίες τους, να χρηματοδοτήσουμε την ανάπτυξη υπηρεσιών ηλεκτρονικού εμπορίου, να επιτύχουμε την ηλεκτρονική διασύνδεσή τους με τους φορείς του Δημοσίου, να ενθαρρύνουμε τις συνέργειες, τον συντονισμό και τις συνεργασίες των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, ώστε να εξασφαλίζονται οικονομίες κλίμακας.

Η επιτυχία μιας τέτοιας στρατηγικής όχι μόνο θα διασώσει επιχειρήσεις και θέσεις εργασίας, αλλά θα φέρει και την ελληνική οικονομία σε θέση αυξημένης συνολικής παραγωγικότητας όταν τελειώσει ο εφιάλτης της πανδημίας.

Είναι, λοιπόν, καθαρές οι δύο στρατηγικές για τον κόσμο των επιχειρήσεων και την εθνική οικονομία: από τη μία η συντηρητική στρατηγική της εκκαθάρισης και από την άλλη η προοδευτική στρατηγική της διάσωσης και του ψηφιακού και πράσινου μετασχηματισμού.

Η προοδευτική στρατηγική αποδείχτηκε ότι προϋποθέτει μια άλλη κυβέρνηση. Μια κυβέρνηση προοδευτική, που θα στηρίζεται σε ένα ευρύ μέτωπο πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων.


Εκτύπωση