Άρθρο του Νίκου Παππά, κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία και βουλευτή Β3 Νότιου Τομέα Αθηνών, στη Ναυτεμπορική
Δυο παράλληλες και αλληλοτροφοδοτούμενες εξελίξεις καθορίζουν το αναπτυξιακό αποτύπωμα της χώρας: Οι συστηματικές περικοπές δημόσιων δαπανών και η επίμονα χαμηλή (ή και μηδενική σε ορισμένες δράσεις) δαπάνη των πόρων του ΕΣΠΑ. Το πρόβλημα -αν δεν μιλάμε για κυβερνητική επιλογή- δεν είναι θεωρητικό ούτε συγκυριακό· είναι διαρθρωτικό και απολύτως μετρήσιμο.
Το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο 2026-2029 προβλέπει επιβράδυνση της ανάπτυξης και μηδενικές καθαρές επενδύσεις για το 2028 και το 2029. Καθόλου αναπάντεχο. Αντιθέτως, είναι απολύτως λογικό. Οι καθαρές περικοπές δαπανών κορυφώνονται το 2029 στα 4,2 δισ. ευρώ (σε σχέση με το 2025), σε 13 από τα 17 υπουργεία. Μεταξύ άλλων, θα περικοπούν:
- 1,2 δισ. ευρώ (ή το 54%) των δαπανών του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας,
- 670 εκατ. ευρώ (ή το 60%) των δαπανών του υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης,
- 440 εκατ. ευρώ (ή το 25%) των δαπανών του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης,
- 400 εκατ. ευρώ (ή το 12%) των δαπανών του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών,
- 100 εκατ. ευρώ (ή το 53%) των δαπανών του υπουργείου Τουρισμού.
Οι περικοπές αυτές αφορούν όχι μόνο λειτουργικές δαπάνες των υπουργείων, αλλά και κρίσιμες διαρθρωτικές δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων. Πρόκειται, συνεπώς, για συνειδητή συρρίκνωση της κρατικής αναπτυξιακής παρέμβασης, η οποία δεν επιβάλλεται από κάποιον εξωτερικό περιορισμό αλλά εντάσσεται σε συγκεκριμένη δημοσιονομική στρατηγική της κυβέρνησης της Ν.Δ.
Την ίδια στιγμή, η χαμηλή δαπάνη των ευρωπαϊκών πόρων στερεί από την οικονομία τον βασικό μηχανισμό αντιστάθμισης αυτής της πολιτικής. Στο ΕΣΠΑ 2021-2027, ενώ υπήρχε η δυνατότητα απορρόφησης περίπου 25% των συνολικών πόρων στο παρόν χρονικό σημείο, η πραγματική απορρόφηση υπολείπεται κατά περίπου 8 ποσοστιαίες μονάδες. Σε ένα συνολικό πακέτο 25 δισ. ευρώ, αυτό σημαίνει ότι η οικονομία στερείται σταθερά ρευστότητας της τάξης των 2 δισ. ευρώ. Και όλα αυτά ενώ η χώρα έχει ήδη εισέλθει στον προτελευταίο χρόνο εκτέλεσης της προγραμματικής περιόδου, γεγονός που περιορίζει δραστικά τα περιθώρια ανάκτησης χαμένου χρόνου.
Τα τομεακά στοιχεία καταδεικνύουν ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένες καθυστερήσεις, αλλά για γενικευμένη υστέρηση εφαρμογής. Για παράδειγμα,
- Στον ψηφιακό μετασχηματισμό, δεκάδες δράσεις συνολικού προϋπολογισμού άνω των 700 εκατ. ευρώ εμφανίζουν δαπάνη μόλις 1,1%, με πολλές εξ αυτών να παραμένουν ουσιαστικά ανενεργές.
- Στον τομέα περιβάλλοντος και ενέργειας, 166 δράσεις ύψους περίπου 2,8 δισ. ευρώ, έχουν απορροφήσει λιγότερο από 1%, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για παρεμβάσεις υψηλού πολλαπλασιαστή και στρατηγικής σημασίας για το κόστος ενέργειας και την ανταγωνιστικότητα.
- Στον δε τομέα των υποδομών και των μεταφορών, του οποίου την κρισιμότητα όλοι αναγνωρίζουμε, από 124 δράσεις, προϋπολογισμού 2,2 δισ. ευρώ, έχει απορροφηθεί και δαπανηθεί μόλις το 10%.
- Στην Παιδεία, 51 δράσεις για εκπαιδευτικές υποδομές, συνολικού ύψους περίπου 496 εκατ. ευρώ, εμφανίζουν συνολική απορρόφηση 18%, ενώ για τις υποδομές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης η απορρόφηση περιορίζεται στο 11%.
- Σε αρκετές περιφέρειες, η δαπάνη παραμένει μηδενική, γεγονός που δεν μπορεί να αποδοθεί σε τεχνική ανεπάρκεια των φορέων αλλά σε επιλογές κεντρικού σχεδιασμού και προτεραιοτήτων.
- Στην Υγεία, από 225 εκατ. ευρώ για υποδομές, εξοπλισμό και ψηφιακές εφαρμογές του ΕΣΥ, έχει δαπανηθεί μόλις το 8%, ενώ για τις καθαρά υποδομιακές δράσεις το ποσοστό πέφτει στο 2,8%, την ώρα που το σύστημα λειτουργεί ήδη σε συνθήκες οριακής επάρκειας.
Το κοινό νήμα είναι σαφές: σε κρίσιμους τομείς υψηλής κοινωνικής και αναπτυξιακής απόδοσης, η οικονομία αποστερείται από επενδύσεις, όχι επειδή οι πόροι δεν υπάρχουν, αλλά επειδή δεν ενεργοποιούνται. Η κυβέρνηση της Ν.Δ. επιλέγει αφενός να περιορίσει τη δημόσια δαπάνη μέσω του Μεσοπρόθεσμου και αφετέρου αποτυγχάνει να επιταχύνει τη δαπάνη των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων, που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν αντισταθμιστικά. Ο συνδυασμός αυτός δεν είναι ουδέτερος· είναι μακροοικονομικά επιβαρυντικός.
Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται το συνολικό κόστος. Βάσει έγκυρων τομεακών μελετών -μεταξύ αυτών και της μελέτης της Τράπεζας της Ελλάδος για τη λειτουργική ταξινόμηση των δημοσίων δαπανών- ο σωρευτικός πολλαπλασιαστής μείωσης δαπανών εκτιμάται στο 0,88. Με τις προβλεπόμενες περικοπές, η πτωτική πίεση στο ΑΕΠ υπερβαίνει τα 9,5 δισ. ευρώ στην τριετία 2027-2029, δηλαδή περίπου 3,85% του ΑΕΠ (σε όρους 2025), χωρίς να υπολογίζεται το πρόσθετο κόστος από τη χαμηλή δαπάνη του ΕΣΠΑ.
Συμπέρασμα: Η ελληνική οικονομία δεν στερείται πόρων. Στερείται ενεργητικής και στοχευμένης αξιοποίησής τους. Και αυτή η υστέρηση δεν είναι αποτέλεσμα αδυναμίας, αλλά συνέπεια συγκεκριμένων κυβερνητικών επιλογών, οι οποίες πλέον έχουν μετρήσιμο κόστος στην ανάπτυξη, στην παραγωγικότητα και στο επίπεδο διαβίωσης