Άρθρο του Νίκου Παππά, κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία και βουλευτή Β3 Νότιου Τομέα Αθηνών, στο Dnews.gr
All Stories
Άρθρο του Νίκου Παππά, κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία και βουλευτή Β3 Νότιου Τομέα Αθηνών, στην Αυγή της Κυριακής
Το Συνέδριο μάς ανοίγει μία ευκαιρία: Να αποκτήσουμε πάλι επαφή με την κοινωνία, να ξαναπιάσουμε το νήμα των μεγάλων κατακτήσεών μας. Το μεγάλο ζητούμενο είναι η καθαρή επανάκαμψη του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία.
Πώς θα το πετύχουμε; Οφείλουμε να αυξήσουμε τις προγραμματικές μας αιχμές, να αναδείξουμε με ευκρίνεια τον άξονα με τα 10+1 σημεία για την προοδευτική συνεργασία.
Είναι προτάσεις που απαντούν στις δυσκολίες των πολιτών και της οικονομίας. Που απαντούν στις πολιτικές της κυβέρνησης της Ν.Δ., η οποία -παρότι είχε στη διάθεσή της 120 δισ. (από δημόσιες δαπάνες, ΕΣΠΑ, Ταμείο Ανάκαμψης), κατάφερε να οδηγήσει τα μισά νοικοκυριά σε αδυναμία πληρωμής των λογαριασμών στέγης, τους Έλληνες τελευταίους στην αγοραστική δύναμη στην Ευρώπη, το ιδιωτικό χρέος και το εμπορικό έλλειμμα σε διαρκή αύξηση.
Απαιτούνται συγκροτημένες πολιτικές αντιμετώπισης της ακρίβειας, με επαναφορά της ΔΕΗ υπό δημόσιο έλεγχο, με ισχυρή παρουσία του δημοσίου στην ενέργεια, με μια δημόσια τράπεζα και με ένα γιγαντιαίο πρόγραμμα κατασκευής νέων σπιτιών.
Ως κόμμα πρέπει να αντιπαρέλθουμε τις συνέπειες των αναταραχών του προηγούμενου διαστήματος, αλλά και των διασπάσεων, οι οποίες κρίνονται, εκ των πραγμάτων, ως εγκληματική επιλογή.
Το «ανοιχτό κόμμα» ήταν αυτό που έδωσε ανάσα ζωής στον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία και τη δυνατότητα συμμετοχής σε 70.000 αριστερές και αριστερούς πολίτες τον περασμένο Νοέμβρη. Από αυτή την κατάκτηση δεν πρέπει να κάνουμε βήμα πίσω. Ίσα ίσα. Οφείλουμε να πάμε μπροστά και να υπερβούμε το συγκεντρωτικό μοντέλο λειτουργίας.
Θέλουμε ένα κόμμα που θα μπορεί να υπερβεί φαινόμενα χαμηλής συμμετοχής, που θα αφουγκράζεται τις ανάγκες των δυνάμεων του στην περιφέρεια. Θέλουμε μία παράταξη με περιφερειακή συγκρότηση, δημοκρατικά ορισμένη, αλλά και με δίκτυα στους χώρους της εργασίας, στην αυτοδιοίκηση, στους μικρομεσαίους επαγγελματίες. Το μοντέλο λειτουργίας, κατά το οποίο όλα ξεκινούν και τελειώνουν σε ένα οργανωτικό γραφείο, έδειξε τα όρια του.
Το Συνέδριό μας πρέπει να ανοίξει νέους δρόμους, πρέπει να δώσει πνοή σε μια προοπτική κυβερνητικής αλλαγής.
Άρθρο του Νίκου Παππά, κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία και βουλευτή Β3 Νότιου Τομέα Αθηνών, στη Ναυτεμπορική
Δυο παράλληλες και αλληλοτροφοδοτούμενες εξελίξεις καθορίζουν το αναπτυξιακό αποτύπωμα της χώρας: Οι συστηματικές περικοπές δημόσιων δαπανών και η επίμονα χαμηλή (ή και μηδενική σε ορισμένες δράσεις) δαπάνη των πόρων του ΕΣΠΑ. Το πρόβλημα -αν δεν μιλάμε για κυβερνητική επιλογή- δεν είναι θεωρητικό ούτε συγκυριακό· είναι διαρθρωτικό και απολύτως μετρήσιμο.
Το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο 2026-2029 προβλέπει επιβράδυνση της ανάπτυξης και μηδενικές καθαρές επενδύσεις για το 2028 και το 2029. Καθόλου αναπάντεχο. Αντιθέτως, είναι απολύτως λογικό. Οι καθαρές περικοπές δαπανών κορυφώνονται το 2029 στα 4,2 δισ. ευρώ (σε σχέση με το 2025), σε 13 από τα 17 υπουργεία. Μεταξύ άλλων, θα περικοπούν:
- 1,2 δισ. ευρώ (ή το 54%) των δαπανών του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας,
- 670 εκατ. ευρώ (ή το 60%) των δαπανών του υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης,
- 440 εκατ. ευρώ (ή το 25%) των δαπανών του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης,
- 400 εκατ. ευρώ (ή το 12%) των δαπανών του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών,
- 100 εκατ. ευρώ (ή το 53%) των δαπανών του υπουργείου Τουρισμού.
Οι περικοπές αυτές αφορούν όχι μόνο λειτουργικές δαπάνες των υπουργείων, αλλά και κρίσιμες διαρθρωτικές δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων. Πρόκειται, συνεπώς, για συνειδητή συρρίκνωση της κρατικής αναπτυξιακής παρέμβασης, η οποία δεν επιβάλλεται από κάποιον εξωτερικό περιορισμό αλλά εντάσσεται σε συγκεκριμένη δημοσιονομική στρατηγική της κυβέρνησης της Ν.Δ.
Την ίδια στιγμή, η χαμηλή δαπάνη των ευρωπαϊκών πόρων στερεί από την οικονομία τον βασικό μηχανισμό αντιστάθμισης αυτής της πολιτικής. Στο ΕΣΠΑ 2021-2027, ενώ υπήρχε η δυνατότητα απορρόφησης περίπου 25% των συνολικών πόρων στο παρόν χρονικό σημείο, η πραγματική απορρόφηση υπολείπεται κατά περίπου 8 ποσοστιαίες μονάδες. Σε ένα συνολικό πακέτο 25 δισ. ευρώ, αυτό σημαίνει ότι η οικονομία στερείται σταθερά ρευστότητας της τάξης των 2 δισ. ευρώ. Και όλα αυτά ενώ η χώρα έχει ήδη εισέλθει στον προτελευταίο χρόνο εκτέλεσης της προγραμματικής περιόδου, γεγονός που περιορίζει δραστικά τα περιθώρια ανάκτησης χαμένου χρόνου.
Τα τομεακά στοιχεία καταδεικνύουν ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένες καθυστερήσεις, αλλά για γενικευμένη υστέρηση εφαρμογής. Για παράδειγμα,
- Στον ψηφιακό μετασχηματισμό, δεκάδες δράσεις συνολικού προϋπολογισμού άνω των 700 εκατ. ευρώ εμφανίζουν δαπάνη μόλις 1,1%, με πολλές εξ αυτών να παραμένουν ουσιαστικά ανενεργές.
- Στον τομέα περιβάλλοντος και ενέργειας, 166 δράσεις ύψους περίπου 2,8 δισ. ευρώ, έχουν απορροφήσει λιγότερο από 1%, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για παρεμβάσεις υψηλού πολλαπλασιαστή και στρατηγικής σημασίας για το κόστος ενέργειας και την ανταγωνιστικότητα.
- Στον δε τομέα των υποδομών και των μεταφορών, του οποίου την κρισιμότητα όλοι αναγνωρίζουμε, από 124 δράσεις, προϋπολογισμού 2,2 δισ. ευρώ, έχει απορροφηθεί και δαπανηθεί μόλις το 10%.
- Στην Παιδεία, 51 δράσεις για εκπαιδευτικές υποδομές, συνολικού ύψους περίπου 496 εκατ. ευρώ, εμφανίζουν συνολική απορρόφηση 18%, ενώ για τις υποδομές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης η απορρόφηση περιορίζεται στο 11%.
- Σε αρκετές περιφέρειες, η δαπάνη παραμένει μηδενική, γεγονός που δεν μπορεί να αποδοθεί σε τεχνική ανεπάρκεια των φορέων αλλά σε επιλογές κεντρικού σχεδιασμού και προτεραιοτήτων.
- Στην Υγεία, από 225 εκατ. ευρώ για υποδομές, εξοπλισμό και ψηφιακές εφαρμογές του ΕΣΥ, έχει δαπανηθεί μόλις το 8%, ενώ για τις καθαρά υποδομιακές δράσεις το ποσοστό πέφτει στο 2,8%, την ώρα που το σύστημα λειτουργεί ήδη σε συνθήκες οριακής επάρκειας.
Το κοινό νήμα είναι σαφές: σε κρίσιμους τομείς υψηλής κοινωνικής και αναπτυξιακής απόδοσης, η οικονομία αποστερείται από επενδύσεις, όχι επειδή οι πόροι δεν υπάρχουν, αλλά επειδή δεν ενεργοποιούνται. Η κυβέρνηση της Ν.Δ. επιλέγει αφενός να περιορίσει τη δημόσια δαπάνη μέσω του Μεσοπρόθεσμου και αφετέρου αποτυγχάνει να επιταχύνει τη δαπάνη των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων, που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν αντισταθμιστικά. Ο συνδυασμός αυτός δεν είναι ουδέτερος· είναι μακροοικονομικά επιβαρυντικός.
Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται το συνολικό κόστος. Βάσει έγκυρων τομεακών μελετών -μεταξύ αυτών και της μελέτης της Τράπεζας της Ελλάδος για τη λειτουργική ταξινόμηση των δημοσίων δαπανών- ο σωρευτικός πολλαπλασιαστής μείωσης δαπανών εκτιμάται στο 0,88. Με τις προβλεπόμενες περικοπές, η πτωτική πίεση στο ΑΕΠ υπερβαίνει τα 9,5 δισ. ευρώ στην τριετία 2027-2029, δηλαδή περίπου 3,85% του ΑΕΠ (σε όρους 2025), χωρίς να υπολογίζεται το πρόσθετο κόστος από τη χαμηλή δαπάνη του ΕΣΠΑ.
Συμπέρασμα: Η ελληνική οικονομία δεν στερείται πόρων. Στερείται ενεργητικής και στοχευμένης αξιοποίησής τους. Και αυτή η υστέρηση δεν είναι αποτέλεσμα αδυναμίας, αλλά συνέπεια συγκεκριμένων κυβερνητικών επιλογών, οι οποίες πλέον έχουν μετρήσιμο κόστος στην ανάπτυξη, στην παραγωγικότητα και στο επίπεδο διαβίωσης
Άρθρο του Νίκου Παππά, κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία και βουλευτή Β3 Νότιου Τομέα Αθηνών, στην Αυγή
Το 2015 ήταν μια ιστορική τομή. Αυτονόητα η δημόσια σφαίρα και η δημόσια συζήτηση ασχολούνται τόσο έντονα με την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ. Η παρουσίαση και η ερμηνεία των γεγονότων εκείνης της εποχής αποτελούν αντικείμενο έντονης πολιτικής τριβής και ανταγωνισμού. Οι απαντήσεις που δίνει κανείς απαντούν όχι μόνο σε ερωτήματα για την ερμηνεία του παρελθόντος, αλλά αφορούν διαφορετικές στρατηγικές για το μέλλον. Η αποτίμηση εκείνης της περιόδου δεν αφορά, λοιπόν, μία συζήτηση για το παρελθόν. Αφορά μία μάχη για τον μέλλον.
Έτσι, όταν κάποιος απαντά στα ερωτήματα, όπως «γιατί εκτινάχθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ;» και αν τελικά σχημάτισε μια αποτελεσματική κυβέρνηση, απαντά και στο ερώτημα αν η ιστορική Αριστερά μπορεί να διεκδικήσει εκ νέου τη διακυβέρνηση και να αφήσει θετικό αποτύπωμα, αντιμετωπίζοντας τις μεγάλες προκλήσεις του μέλλοντος.
Ερώτημα πρώτο. Γιατί κυριάρχησε ο ΣΥΡΙΖΑ το 2015; Γιατί ήταν εκείνος που κατάφερε να εκφράσει τη μεγάλη πλειονότητα των δυνάμεων του προοδευτικού τόξου, έναντι κάθε άλλης προοδευτικής πολιτικής δύναμης;
Οι συντηρητικοί αντίπαλοί μας απαντούν: «Επειδή ήρθαν τα μνημόνια». Αυτή όμως η απάντηση αφορά άλλο ερώτημα. Τα προγράμματα της ύφεσης και της ρήξης του «μεταπολιτευτικού συμβολαίου» προκάλεσαν την καθίζηση των κραταιών τότε κομμάτων, του ΠΑΣΟΚ και της Ν.Δ. Δεν προκάλεσαν την αυτόματη άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ.
Την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ, λένε οι αντίπαλοι, την έκανε εφικτή ο «λαϊκισμός». Είναι προφανές ότι αυτό το επιχείρημα δεν αντέχει στον έλεγχο αληθείας. Οι αντίπαλοι της Αριστεράς εκτόξευσαν ανάλογες κατηγορίες όχι μόνο προς το κόμμα μας αλλά και προς άλλα κόμματα. Υπήρχαν στα δικά τους μάτια πολλοί «λαϊκιστές». Αδυνατούν να εξηγήσουν γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν αυτός που κατάφερε να εκφράσει τις λαϊκές προσδοκίες.
Η πραγματικότητα είναι πως το κόμμα μας ήταν η δύναμη που κατάφερε να μετασχηματίσει την απογοήτευση και το αντιπολιτικό κλίμα του 2011 σε προσδοκία δημοκρατικής αλλαγής. Ήταν το ανάχωμα στον φασιστικό σπόρο και στην Ακροδεξιά, που επιχειρούσε να μολύνει τη μαζική αγανάκτηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ στάθηκε δίπλα στο κίνημα των Αγανακτισμένων όταν άλλοι το αντιμετώπιζαν με εχθρότητα ή καχυποψία και βρέθηκε ανάμεσα στον κόσμο, δοκιμάζοντας τις ιδέες του.
Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε επίσης ψηλά στην ατζέντα του την ευρωπαϊκή πολιτική. Καταθέσαμε συγκροτημένες προτάσεις για τις αναγκαίες αλλαγές σε ευρωπαϊκό επίπεδο και διατυπώσαμε την αξία της ενισχυμένης ευρωπαϊκής αλληλεγγύης.
Το κόμμα μας είχε επενδύσει και στις συμμαχίες. Το 2011, όταν θέσαμε για πρώτη φορά τον στόχο της κυβερνησιμότητας για την Αριστερά, διατυπώσαμε πρόταση διακυβέρνησης και κοινής εκλογικής καθόδου προς όλες τις αριστερές και προοδευτικές δυνάμεις. Μπορεί να μην τελεσφόρησε τότε, αλλά αγκαλιάστηκε από τον λαό το 2012, οδηγώντας μας στο 27% και στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, λοιπόν, πορεύτηκε και τα κατάφερε στη βάση ενός σχεδίου με το τρίπτυχο «Κινήματα - Ευρώπη - Συμμαχίες».
Ακόμη μία ενδιαφέρουσα πτυχή της συζήτησης είναι ότι οι πολιτικοί μας αντίπαλοι «ξεχνούν» τις εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015. Τότε που ο ΣΥΡΙΖΑ έθεσε τα πάντα πάνω στο τραπέζι -τις προσδοκίες, τις δυσκολίες, τους περιορισμούς, τις νίκες- και ζήτησε νέα εντολή διακυβέρνησης, την οποία και έλαβε με μεγάλο ποσοστό.
«Ξεχνούν» και τις εκλογές του 2019, όταν το κόμμα αξιολογήθηκε από το εκλογικό σώμα και απέσπασε το διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό του 32%. Δηλαδή ξεχνούν ότι ζητήσαμε νέα εντολή μετά τη συμφωνία που πετύχαμε και ότι η κυβέρνηση του 2015-2019 αποτιμήθηκε θετικά από το ένα τρίτο των εκλογέων.
Ερώτημα δεύτερο. Ήταν μία καλή κυβέρνηση η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ;
Ναι, ήταν μία καλή κυβέρνηση. Βγάλαμε τη χώρα από τη συνθήκη της χρεοκοπίας με την κοινωνία όρθια και τα ταμεία γεμάτα. Με το χρέος ρυθμισμένο και 12 συνεχόμενα τρίμηνα ανάπτυξης. Με ισχυρό κοινωνικό κράτος και δίχτυ προστασίας για την πρώτη κατοικία, το εισόδημα, το νερό, τη δημόσια παρουσία στην ενέργεια, κ.ά. Με σειρά θεσμικών τομών, που δεν είχαν αποτολμήσει οι προηγούμενες κυβερνήσεις.
Προφανώς, υπήρξαν λάθη και παραλείψεις. Πληγώσαμε σημαντικά τη μεσαία τάξη, επιμείναμε υπέρ το δέον στη δημιουργία αποθεματικού, που ήταν η άλλη όψη της υπερφορολόγησης. Δεν τολμήσαμε μια γενναία παρέμβαση στο τραπεζικό σύστημα υπέρ της μικρής και μεσαίας επιχειρηματικότητας και των νοικοκυριών.
Ερώτημα τρίτο. Μπορεί να ξανακυβερνήσει η Αριστερά και να απαντήσει στις προκλήσεις του σήμερα και του αύριο;
Η Αριστερά, οι αξίες και τα προγραμματικά της προτάγματα είναι η λύση. Λύση απέναντι σε όσα και όσους καταδυναστεύουν τον λαό. Λύση απέναντι στους νέους εθνικισμούς. Λύση εν μέσω δυσμενών διεθνών και ευρωπαϊκών συσχετισμών, απέναντι στους οποίους αποδείξαμε ότι μπορεί να σταθεί όρθια μία αριστερή και προοδευτική κυβέρνηση.
Συμπέρασμα: Ο ΣΥΡΙΖΑ κυριάρχησε στη συνείδηση του λαού γιατί αξιοποίησε, με τον κατάλληλο τρόπο, την κατάλληλη στιγμή, το ιδεολογικό, πολιτικό και προγραμματικό του οπλοστάσιο.
Είναι η εναλλακτική γιατί δύναται να οικοδομήσει συμμαχίες και να απαντήσει στις προκλήσεις του σήμερα και του αύριο.
Στη στεγαστική κρίση, όπου καταναλώνεται το 40% του λαϊκού εισοδήματος, απαιτούνται πολιτικές στέγασης και ενίσχυσης των νοικοκυριών.
Στη δημογραφική κρίση, όπου η Ελλάδα βιώνει την απόλυτη κατάρρευση επί Μητσοτάκη, χρειάζονται δράσεις για τα νέα ζευγάρια, τις γυναίκες, τα παιδιά.
Στην κλιματική κρίση, όπου η χώρα αφήνεται να πλημμυρίζει ή να καίγεται, να απαντήσουμε με έργα πρόληψης και αντιμετώπισης της ερημοποίησης.
Στην ακρίβεια απαιτούνται πολιτικές ανάσχεσης των υψηλών τιμών και της αισχροκέρδειας, όπως η μείωση των έμμεσων φόρων και η ισχυρή δημόσια παρουσία στην τομέα της ενέργειας και στον τραπεζικό κλάδο.
Η χώρα έχει ανάγκη από μία μεγάλη προοδευτική στροφή. Εγγύηση θα αποτελέσει ένας ισχυρός ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, όπως θα προκύψει από την κάλπη αλλά και από τις εσωτερικές μας διεργασίες.
Η Αριστερά θα επιστρέψει. Και θα ξανακυβερνήσει. Προς όφελος της κοινωνίας και της χώρας.
Συνέντευξη του Νίκου Παππά, κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία και βουλευτή Β3 Νότιου Τομέα Αθηνών, στην Αυγή της Κυριακής
Η συζήτηση για το προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού του 2026 και ο διάλογος στις συνεδριάσεις της Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής αποκάλυψαν κάτι κρίσιμο: ο περίφημος «δημοσιονομικός κανόνας» δεν είναι αυτό που για μήνες παρουσιαζόταν ως άλλοθι. Ο «μανδύας» έπεσε. Ο δημοσιονομικός χώρος δεν είναι τεχνικό ζήτημα, αλλά καθαρά πολιτική επιλογή.
ΚΟΦΤΗΣ ΔΑΠΑΝΩΝ: Ο δημόσιος διάλογος για τον «κόφτη δαπανών», δηλαδή τον νέο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό κανόνα, είχε επισκιαστεί από μια σκόπιμη παρανόηση: ότι πρόκειται για ένα άκαμπτο πλαφόν που δεν αφήνει χώρο για κοινωνική πολιτική. Η αλήθεια, όπως προκύπτει από τον Κανονισμό (Ε.Ε.) 1263/2024 και από όσα ειπώθηκαν στη Βουλή, είναι εντελώς διαφορετική.
Ο «κόφτης» δεν είναι ένα τυφλό ταβάνι δαπανών, αλλά ένας μηχανισμός που συνδέει τις καθαρές πρωτογενείς δαπάνες με τα έσοδα, τον ρυθμό ανάπτυξης και τα μέτρα διακριτής ευχέρειας (DRM). Δεν απαγορεύει τις αυξήσεις δαπανών, θέτει όμως μια αρχή: Δεν μπορείς να χρηματοδοτείς μόνιμες δαπάνες με πρόσκαιρα έσοδα.
Στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής υπήρξε ένα ενδιαφέρον σημείο, η συζήτηση και η καθολική κατανόηση του τρόπου λειτουργίας του δημοσιονομικού κανόνα. Όλοι αναγνώρισαν ότι ο κανόνας αφήνει περιθώρια πολιτικών αποφάσεων. Ακόμη κι εκείνοι που σιώπησαν στις διαπραγματεύσεις του νέου Συμφώνου Σταθερότητας, παραδέχθηκαν ότι ο «κόφτης» δεν επιβάλλει το 1,7 δισ. ευρώ ως φυσικό όριο. Είναι η κυβέρνηση της Ν.Δ. που το επέλεξε, περιορίζοντας συνειδητά τον χώρο δαπανών μέσα από τις επιλογές της στα έσοδα.
Ο κανόνας, λοιπόν, δεν απαγορεύει. Επιτρέπει. Και αυτό αλλάζει ριζικά τη συζήτηση. Κανένας δεν μπορεί πλέον να κρύβεται πίσω από τον αλγόριθμο.
ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ: Ο δημοσιονομικός χώρος δεν είναι ένα νούμερο που μας δίνουν οι Βρυξέλλες. Είναι πρωτίστως πολιτική και, βεβαίως, οικονομική εξίσωση. Δημιουργείται από το μείγμα ανάπτυξης, κανόνων και -κυρίως- εθνικών αποφάσεων για το ποιος πληρώνει και ποιος προστατεύεται.
Στον τύπο υπολογισμού του «κόφτη», τα Discretionary Revenue Measures (DRM) -τα μέτρα διακριτής ευχέρειας στα έσοδα- είναι το εργαλείο που δίνει στην κάθε κυβέρνηση τη δυνατότητα να διευρύνει τον δημοσιονομικό χώρο της.
Ενίσχυση προοδευτικής φορολογίας, κατάργηση προνομίων, δίκαιη κατανομή των βαρών. Οσα επιπλέον έσοδα προκύπτουν από τέτοια μόνιμα μέτρα, αναγνωρίζονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και μετατρέπονται σε δυνατότητα για υψηλότερες δαπάνες χωρίς παραβίαση του «κόφτη».
Πολλές ευρωπαϊκές χώρες αξιοποίησαν ήδη αυτή την πρόβλεψη. Η Σλοβενία, η Αυστρία, η Ιρλανδία επέβαλαν φόρους σε τράπεζες ή ενεργειακά υπερκέρδη και αύξησαν τον επιτρεπόμενο χώρο δαπανών τους. Ο κανόνας δεν τις εμπόδισε.
Στην Ελλάδα αντίθετα, τα DRM του 2025 είναι αρνητικά. Επιλέχθηκαν μειώσεις συντελεστών και εισφορών, οι οποίες περιόρισαν τα έσοδα και άρα τον χώρο κοινωνικής πολιτικής. Η κυβέρνηση της Ν.Δ. έδειξε τον «κόφτη», αλλά αυτό που καθόρισε το αποτέλεσμα ήταν οι ίδιες της οι αποφάσεις. Μετά τη συζήτηση στις αρμόδιες επιτροπές, το γεγονός αυτό δεν μπορεί να κρυφτεί. Δεν φταίει ο κανόνας, φταίει η πολιτική επιλογή να μην αξιοποιηθεί ο κανόνας υπέρ της κοινωνίας.
ΜΕΡΙΣΜΑΤΑ: Και κάπου εδώ, η συζήτηση φτάνει στον πυρήνα. Στη φορολόγηση των μερισμάτων. Σήμερα στην Ελλάδα τα εισοδήματα από μερίσματα φορολογούνται μόλις με 5%, ενώ η φορολόγηση μισθών και συντάξεων φτάνει σε συντελεστές το 44%. Το 5% δεν αποτελεί «κίνητρο επενδύσεων», όπως λέγεται, αλλά θεσμικό προνόμιο μιας μικρής μειοψηφίας πολύ πλούσιων πολιτών. Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Περίπου 1.500 φυσικά πρόσωπα δηλώνουν μερισματικά εισοδήματα 4 δισ. ευρώ και πληρώνουν, λόγω του 5%, φόρο που αντιστοιχεί σε ένα ελάχιστο ποσοστό των απολαβών τους. Την ίδια στιγμή, ο δημόσιος λόγος αναπαράγει τη φράση «αυτές είναι οι δυνατότητες της οικονομίας» για αξιοπρεπείς συντάξεις ή για πραγματικές αυξήσεις στους μισθούς.
Η δική μας πρόταση είναι καθαρή. Εξευρωπαϊσμός της φορολόγησης μερισμάτων. Δηλαδή, προοδευτική ένταξη των υψηλών μερισματικών εισοδημάτων στην κλίμακα, προστασία των μικρομετόχων και κατάργηση της «ασυλίας» του 5%. Είναι μια επιλογή δικαιοσύνης και ευρωπαϊκής κανονικότητας.
Και υπάρχει κάτι ακόμη. Μια τέτοια μεταρρύθμιση δεν θα ήταν μόνο δίκαιη, αλλά και απολύτως συμβατή με το νέο πλαίσιο. Τα μόνιμα πρόσθετα έσοδα από τα μεγάλα μερίσματα αναγνωρίζονται ως DRM (μέτρα διακριτικής ευχέρειας), άρα διευρύνουν θεσμικά τον δημοσιονομικό χώρο. Δηλαδή, η δίκαιη φορολόγηση των μερισμάτων θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει ακριβώς αυτά που σήμερα «δεν χωράνε»: τη 13η σύνταξη, τις στοχευμένες αυξήσεις, τις κοινωνικές δαπάνες.
Η συζήτηση στη Βουλή για το προσχέδιο του προϋπολογισμού έκανε σαφές ένα πράγμα: ότι δεν υπάρχουν πια «τεχνικές δικαιολογίες». Ο «κόφτης» δεν είναι ανυπέρβλητο εμπόδιο. Ο κανόνας δεν επιβάλλει λιτότητα. Ο δημοσιονομικός χώρος δεν είναι προνόμιο των πλουσίων χωρών.
Αυτό που μένει είναι η πολιτική βούληση. Το ποιος θέλει να τον χρησιμοποιήσει για κοινωνική δικαιοσύνη και το ποιος για να συντηρήσει την ανισότητα.
Μετά τον μανδύα του κανόνα, μένουν γυμνές οι επιλογές. Κι εκεί κρίνεται πια η ουσία της πολιτικής. Η συζήτηση για τον προϋπολογισμό του 2026 αποκτά νέο ενδιαφέρον.